Ανακαλύφθηκε «διακόπτης» στον εγκέφαλο που σχετίζεται με την κατάθλιψη
Wednesday 08/10/2025

Ανακαλύφθηκε «διακόπτης» στον εγκέφαλο που σχετίζεται με την κατάθλιψη

Τι αποκαλύπτει νέα επιστημονική μελέτη

Το παρατεταμένο άγχος δεν επηρεάζει μόνο την ψυχική ευεξία, αλλά μπορεί να επιφέρει και σημαντικές βιολογικές αλλαγές στον εγκέφαλο, οδηγώντας σε ψυχικές διαταραχές όπως η κατάθλιψη. Νέα μελέτη από ερευνητές στη Νότια Κορέα εντοπίζει έναν κρίσιμο μηχανισμό που συνδέει το χρόνιο στρες με μεταβολές στη λειτουργία του εγκεφάλου — και το «κλειδί» φαίνεται να είναι η ζάχαρη.

Η έρευνα, η οποία δημοσιεύθηκε στο έγκριτο επιστημονικό περιοδικό Science Advances, εντόπισε μια μορφή «επικάλυψης» σακχάρων στις εγκεφαλικές πρωτεΐνες, η οποία λειτουργεί ως μοριακός «διακόπτης» που επηρεάζει τη συναισθηματική κατάσταση. Όταν η φυσιολογική αυτή διαδικασία διαταράσσεται λόγω παρατεταμένου άγχους, μπορεί να πυροδοτήσει συμπτώματα που προσομοιάζουν με εκείνα της κατάθλιψης.

Το επίκεντρο: Ο προμετωπιαίος φλοιός

Οι ερευνητές του Ινστιτούτου Βασικής Έρευνας (IBS) της Νότιας Κορέας επικεντρώθηκαν στον μεσαίο προμετωπιαίο φλοιό του εγκεφάλου — περιοχή που εμπλέκεται στη ρύθμιση του συναισθήματος και της λήψης αποφάσεων. Εκεί εντόπισαν ότι το χρόνιο στρες επηρεάζει την O-γλυκοζυλίωση, μια διαδικασία κατά την οποία μόρια σακχάρων (γλυκάνες) προσκολλώνται στις πρωτεΐνες.

Αυτή η «επικάλυψη» επηρεάζει την επικοινωνία μεταξύ των νευρώνων. Όταν το ένζυμο St3gal1, που επιτελεί αυτή τη λειτουργία, υπολειτουργεί εξαιτίας του στρες, η σύνδεση των νευρικών κυττάρων αποδυναμώνεται, με πιθανές συνέπειες για τη συναισθηματική ισορροπία.

Από το στρες στην εκδήλωση συμπτωμάτων κατάθλιψης

Σε πειραματικά μοντέλα με ποντίκια, η μείωση της δράσης του St3gal1 οδήγησε στην εμφάνιση συμπεριφορών που προσομοιάζουν με κατάθλιψη – όπως έλλειψη ενδιαφέροντος και αυξημένα επίπεδα άγχους. Όταν η λειτουργία του ενζύμου αποκαταστάθηκε, τα συμπτώματα υποχώρησαν.

Το ένζυμο φαίνεται να προστατεύει μια βασική πρωτεΐνη του εγκεφάλου, τη νευρεξίνη-2, διατηρώντας επάνω της μια ειδική «ετικέτα» σακχάρου, απαραίτητη για τη σωστή επικοινωνία μεταξύ νευρικών κυττάρων. Σε περιπτώσεις παρατεταμένου στρες, οι ετικέτες αυτές χάνονταν, με αποτέλεσμα τη δυσλειτουργία των νευρώνων. Όταν οι ερευνητές αποκατέστησαν την ενζυμική δράση, οι συνδέσεις των κυττάρων και η συμπεριφορά των ποντικιών επανήλθαν στο φυσιολογικό.

Ελπίδες για νέες θεραπευτικές προσεγγίσεις

«Η έρευνά μας δείχνει ότι η μη φυσιολογική γλυκοζυλίωση μπορεί να συνδέεται άμεσα με την ανάπτυξη της κατάθλιψης», ανέφερε η επικεφαλής της μελέτης, Δρ. Μπογιούνγκ Λι. Όπως εξήγησε, αυτό το εύρημα ανοίγει το δρόμο για την αναζήτηση νέων διαγνωστικών και θεραπευτικών προσεγγίσεων, οι οποίες δε θα περιορίζονται στην παραδοσιακή στόχευση των νευροδιαβιβαστών, όπως η σεροτονίνη.

Ο διευθυντής του ινστιτούτου, Τζάστιν Λι, σημείωσε ότι οι ίδιες βιοχημικές διεργασίες ενδέχεται να παίζουν ρόλο και σε άλλες ψυχικές παθήσεις, όπως το μετατραυματικό στρες ή η σχιζοφρένεια. «Η κατάθλιψη προκαλεί τεράστιο κοινωνικό κόστος, και οι διαθέσιμες θεραπείες παραμένουν ανεπαρκείς. Η κατανόηση αυτών των μηχανισμών μας φέρνει ένα βήμα πιο κοντά σε πιο στοχευμένες και αποτελεσματικές λύσεις», τόνισε.

Διαφορές ανάμεσα στα φύλα

Ένα ακόμη ενδιαφέρον εύρημα της μελέτης αφορά τη διαφορά ανταπόκρισης στο στρες ανάμεσα στα φύλα. Στα θηλυκά ποντίκια, τα συμπτώματα του στρες εμφανίστηκαν χωρίς να παρατηρηθεί μείωση της δράσης του St3gal1, γεγονός που υποδηλώνει ότι ο εγκέφαλος των δύο φύλων μπορεί να χρησιμοποιεί διαφορετικούς μοριακούς μηχανισμούς για να διαχειριστεί το άγχος. Το στοιχείο αυτό ενδεχομένως εξηγεί και τις διαφορές στην εκδήλωση της κατάθλιψης μεταξύ ανδρών και γυναικών.

Προς μια νέα κατανόηση της ψυχικής υγείας

Αν και τα ευρήματα προέρχονται από μελέτες σε ζώα, οι επιστήμονες εκτιμούν ότι ανοίγουν έναν νέο δρόμο για την πρόληψη και τη θεραπεία της κατάθλιψης στον άνθρωπο. Η έρευνα αναδεικνύει τη σημασία της μοριακής και βιοχημικής προσέγγισης στις ψυχικές διαταραχές, πέρα από τη μέχρι τώρα κυρίαρχη θεωρία της σεροτονίνης.

Το επόμενο βήμα για την ερευνητική ομάδα είναι να επιβεβαιώσει κατά πόσο αυτοί οι μηχανισμοί ισχύουν και στον ανθρώπινο εγκέφαλο — κάτι που, αν αποδειχθεί, θα μπορούσε να επαναπροσδιορίσει πλήρως τη στρατηγική αντιμετώπισης της κατάθλιψης και άλλων διαταραχών της διάθεσης.

Πηγή: Philenews