Η ενοχή της ξεκούρασης

Η ενοχή της ξεκούρασης

Είναι 7:30 το πρωί. Ο Μάριος πίνει τον καφέ του όρθιος στην κουζίνα. Το κινητό του έχει ήδη τρία email, δύο κλήσεις από τη δουλειά και μία ειδοποίηση που του υπενθυμίζει ότι ξέχασε να πληρώσει τον λογαριασμό του νερού. Κλείνει την οθόνη, παίρνει μια βαθιά ανάσα και ετοιμάζεται βιαστικά για τη δουλειά. Στη διαδρομή αντιλαμβάνεται πως έχει ξεχάσει τη μπαλκονόπορτα ανοιχτή. Για μια στιγμή σκέφτεται να επιστρέψει, όμως η κίνηση στους δρόμους είναι ήδη ασφυκτική. Αποφασίζει να συνεχίσει.

Δεν έχει συμβεί τίποτα δραματικό. Κι όμως, νιώθει ήδη κουρασμένος πριν καν αρχίσει η μέρα του. Φτάνει στη δουλειά, μετά βίας βρίσκει χώρο να παρκάρει και μπαίνει  στο γραφείο, όπου τον περιμένει το πρώτο meeting της ημέρας. Τα email διαδέχονται το ένα το άλλο, τα τηλέφωνα δεν σταματούν και οι εκκρεμότητες πολλαπλασιάζονται.

Πριν καλά καλά το καταλάβει, φτάνει το μεσημέρι. Το τηλέφωνο χτυπά ξανά. Είναι από το σχολείο της κόρης του. Πρέπει να πάει να την παραλάβει. Έκανε εμετό και δεν αισθάνεται καλά. Αφήνει ό,τι κάνει, ενημερώνει τη σύζυγό του και μπαίνει βιαστικά στο αυτοκίνητο. Όταν φτάνει στο σχολείο και παραλαμβάνει το παιδί του, διαπιστώνει ότι κάποιος τον έχει κλείσει με το αυτοκίνητό του και δε μπορεί να φύγει. Περιμένει... Πέντε λεπτά. Δέκα λεπτά. Η ανυπομονησία γίνεται εκνευρισμός. Όταν τελικά εμφανίζεται ο οδηγός, οι φωνές δεν αργούν να ξεσπάσουν. Ο Μάριος ξέρει πως δεν φταίει μόνο το παρκαρισμένο αυτοκίνητο που τον εμπόδιζε να φύγει. Είναι η δουλειά που έμεινε πίσω. Η αγωνία για την κόρη του. Η πίεση που κουβαλά από το πρωί. Όλες εκείνες οι μικρές εντάσεις που συσσωρεύονται αθόρυβα μέσα στη μέρα μέχρι να βρουν μια αφορμή να εκραγούν. 

Επιστρέφει τελικά σπίτι. Η κόρη του ξαπλώνει στον καναπέ και αποκοιμιέται. Για πρώτη φορά μέσα στη μέρα επικρατεί επιτέλους λίγη ησυχία. Ο Μάριος ανοίγει το φορητό υπολογιστή για να ολοκληρώσει τις δουλειές που άφησε στη μέση. Κοιτάζει την οθόνη. Για λίγα δευτερόλεπτα δεν κάνει τίποτα. Κοιτάζει το ταβάνι. Και τότε εμφανίζεται η γνώριμη ενοχή. Η ενοχή της ξεκούρασης. Γιατί να ξεκουραστεί όταν υπάρχουν τόσα να γίνουν; Γιατί να καθίσει όταν οι υποχρεώσεις συνεχίζουν να συσσωρεύονται; Γιατί να σταματήσει όταν όλοι γύρω του φαίνεται να τρέχουν; 

Και κάπου εκεί βρίσκεται ίσως το μεγαλύτερο πρόβλημα της εποχής μας. Δεν είναι μόνο ότι έχουμε πολλές υποχρεώσεις. Είναι ότι μάθαμε να μετράμε την αξία μας μέσα από αυτές. Όλοι ζητούν κάτι από εμάς. Η δουλειά ζητά περισσότερη παραγωγικότητα. Η οικογένεια ζητά χρόνο και παρουσία. Τα παιδιά ζητούν προσοχή. Οι φίλοι ζητούν επικοινωνία. Τα κοινωνικά δίκτυα ζητούν συμμετοχή. Οι οικονομικές υποχρεώσεις ζητούν χρήματα που συχνά δεν φτάνουν. Και μέσα σε όλα αυτά, ο εαυτός μας περιμένει υπομονετικά τη σειρά του. Η ζωή έχει αρχίσει να μοιάζει με μια ατελείωτη λίστα υποχρεώσεων. Ένα κουτάκι που πρέπει να τσεκαριστεί, μια εκκρεμότητα που πρέπει να κλείσει, ένας στόχος που πρέπει να επιτευχθεί. Ακόμη και οι στιγμές που κάποτε θεωρούσαμε ανάπαυση έχουν μετατραπεί σε έργο προς ολοκλήρωση. Να ξεκουραστούμε σωστά. Να γυμναστούμε. Να διαβάσουμε. Να βελτιωθούμε. Να γίνουμε καλύτεροι. Πάντα κάτι ακόμη. 

Ίσως γι' αυτό τόσοι άνθρωποι κυκλοφορούν κουρασμένοι χωρίς να μπορούν να εξηγήσουν ακριβώς το γιατί. Δεν τους συνέβη κάποιο μεγάλο δράμα. Δεν κατέρρευσε ο κόσμος τους. Απλώς ξυπνούν κάθε μέρα και προσπαθούν να ανταποκριθούν σε δεκάδες απαιτήσεις που τραβούν ταυτόχρονα την προσοχή τους. Και κάπου μέσα σε αυτή τη διαρκή προσπάθεια, ο εαυτός τους μένει πάντα τελευταίος στη σειρά. Ίσως τελικά η πραγματική πολυτέλεια της εποχής μας να μην είναι τα περισσότερα χρήματα, το μεγαλύτερο σπίτι ή το καλύτερο αυτοκίνητο. Ίσως η πραγματική πολυτέλεια να είναι δέκα λεπτά ησυχίας. Δέκα λεπτά χωρίς ειδοποιήσεις. Χωρίς υποχρεώσεις. Χωρίς ενοχές. Δέκα λεπτά στα οποία να μη ζητά κανείς τίποτα από εμάς.