Ο Άγιος Αντώνιος ο Μέγας τιμάται, 17 Ιανουαρίου από την Εκκλησία μας!

Ο Άγιος Αντώνιος ο Μέγας τιμάται, 17 Ιανουαρίου από την Εκκλησία μας!

Ο Βίος και η Πολιτεία του Αγίου Αντωνίου - Εκοιμήθει σε ηλικία 105 ετών

Ο Μέγας Αντώνιος γεννήθηκε το 251 μ.Χ. στην Άνω Αίγυπτο από πλούσιους και ενάρετους γονείς, τους οποίους έχασε σε νεαρή ηλικία.

Στη συνέχεια  αφοσιώθηκε στη μυστική θεωρία των μοναχών της ερήμου και στην φροντίδα της μικρής αδελφής του.

Γρήγορα αποφασίζει να εγκαταλείψει τα εγκόσμια και αναχωρεί για την έρημο, αφού πρώτα τακτοποίησε την μικρότερη αδελφή του και μοίρασε την μεγάλη πατρική περιουσία στους φτωχούς της περιοχής του.

Ο Μέγας Αντώνιος είναι Άγιος της Ορθόδοξης Εκκλησίας και ο πρώτος ασκητής του Χριστιανισμού, που θεμελίωσε τον υγιή Μοναχισμό. Στην έρημο ο Άγιος Αντώνιος εκπαίδευσε την ψυχή του και τιθάσευσε τα πάθη του φθάνοντας στα ανώτατα όρια της άσκησης ώστε η ψυχή του αγίου μπορούσε να εξέρχεται του σώματός του ενώ βρισκόταν ακόμη εν ζωή.


Γίνεται το πρότυπο των ασκητών. Πολλοί εξ αυτών έφθαναν στην έρημο για να τον ακούσουν και να τον συμβουλευτούν

Το έτος 311 μ.Χ., στους φοβερούς διωγμούς των χριστιανών που οργανώθηκαν την εποχή του Μαξιμιανού, ο Άγιος Αντώνιος εγκατέλειψε το ερημητήριό του και έδωσε τη σκληρή μάχη του πιστού κατά της ειδωλολατρίας και της απάτης.

Μαρτυρείται ότι, ενώ ο Άγιος Αντώνιος βρισκόταν ακόμα στη ζωή, έβλεπε τις ψυχές των ανθρώπων που εξέρχονταν από το σώμα τους, καθώς και τους δαίμονες που τις οδηγούσαν.

Ο Άγιος Αντώνιος εκοιμήθει το 356 μ.Χ.σε ηλικία 105 ετών, ενώ πρόβλεψε με θαυμαστή ακρίβεια το θάνατό του, ο οποίος συνέβηκε σε ηλικία «εγγύς ετών πέντε και εκατόν».

Η μνήμη του Αγίου Αντωνίου γιορτάζεται από την Ορθόδοξη Εκκλησία στις 17 Ιανουαρίου.

Αν και, όπως λέγει ο Μέγας Αθανάσιος, μία από τις τελευταίες επιθυμίες του Οσίου Αντωνίου ήταν να μείνει κρυφός ο τόπος της ταφής του, οι μοναχοί που ασκήτεψαν κοντά του έλεγαν ότι κατείχαν το ιερό λείψανό του, το οποίο επί Ιουστινιανού (561 μ.Χ.), κατατέθηκε στην Εκκλησία του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου στην Αλεξάνδρεια και από εκεί αργότερα, το 635 μ.Χ., μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη.