Ενωμένοι μπορούμε να ελπίζουμε…

Ενωμένοι μπορούμε να ελπίζουμε…

Αφήστε μας να ζήσουμε ελεύθεροι…

Την Κυριακή που μας πέρασε βρέθηκα στο κατεχόμενο χωριό της γιαγιάς μου, στον Άγιο Σέργιο Αμμοχώστου.  Ήταν μια προγραμματισμένη εκδρομή στο χωριό την οποία θα ακολουθούσε κοινή εκδήλωση με τους Τουρκοκύπριους στη Σαλαμίνα.

Κάθε φορά με την είσοδο στο χωριό, κοιτάζω γύρω μου, όχι έξω στο δρόμο, αλλά μέσα στο λεωφορείο.  Κοιτάζω τα μάτια των χωριανών προσφύγων που είναι βουρκωμένα.  Κοιτάζω την ενέργειά τους όταν φωνάζουν «Να το χωριό, φάνηκε», «Εδώ  ήταν το σπίτι του τάδε», «Εκεί ήταν μπακάλικο».  Τα χρόνια που πέρασαν από πάνω τους δεν τους εμποδίζουν να κατέβουν τρέχοντας και να ξεκινήσουν για το σπίτι τους, που σήμερα είναι σπίτι κάποιων άλλων.  Μπορώ να καταλάβω τα συναισθήματα αντάμωσης με το χωριό και τη θλίψη του ξεριζωμού, δεν μπορώ όμως να το νιώσω, μόνο αυτοί μπορούν.

Κατεβήκαμε στην πλατεία του χωριού και περπατήσαμε μέχρι το σπίτι.  Μέχρι να φτάσουμε μας έδειξαν τρεις διαφορετικούς δρόμους που μπορούσες να πας. Ο αδερφός της γιαγιάς ήταν πολύ μικρός όταν έφυγαν, όμως δεν ξέχασε ποτέ το δρόμο για το σπίτι…  Καθώς προχωρούσαμε είχα την περιέργεια να μάθω τι υπήρχε πίσω από τις τούρκικες ταμπέλες, από τα τούρκικα μαγαζιά και καφενεία.  Οι χωριανοί δεν έβλεπαν ό,τι έβλεπα εγώ.  Ο χρόνος για αυτούς  είχε γυρίσει πίσω 43 χρόνια. 

Πολλά σπίτια έμειναν τα ίδια, άλλαξαν μόνο οι ένοικοί τους, όπως συνέβη και με το σπίτι της γιαγιάς. Πρόλαβε να το χαρεί πολύ λίγο.  Όταν πλησιάζαμε στο σπίτι το βήμα έγινε γοργό, σαν να θέλαμε να κερδίσουμε περισσότερο χρόνο με το σπίτι μας.  Δυστυχώς οι Τουρκοκύπριοι πλέον ένοικοι του έλειπαν, έτσι δεν μπορέσαμε να μπούμε στο εσωτερικό.  Μείναμε όμως εκεί.  Είδαμε το σπίτι, την αυλή… Ο αδερφός της γιαγιάς κλαίγοντας εξήγησε πως πίσω στην αυλή μάθαινε να οδηγεί.  Η γιαγιά μου είδε τον κουβά σφουγγαρίστρας που η ίδια χρησημοποιούσε, σαν όλα να την περιμένουν.  Είναι τόσο παράξενο, αλλά το σπίτι όσες φορές το επισκέφθηκα το ένιωσα οικείο παρόλο που δεν έχω καμιά ανάμνηση από αυτό.

Η αδερφή της γιαγιάς μας περιέγραφε το εσωτερικό του σπιτιού της μητέρας της, παρόλο που πλέον έγινε συνεργείο αλουμινίων.  Αυτή το βλέπει πάντα ως το πατρικό της σπίτι.

Οι φωνές και οι ομιλίες μας έφεραν το γιο της νέας Τουρκοκύπριας ενοίκου του σπιτιού.  Αρκετά ευγενικά μας είπε πως οι γονείς του λείπουν, έτσι δεν μπορούμε ναμ πούμε στο σπίτι.  Γνωρίζει λίγο έως καθόλου ελληνικά.  Με τη δική μου βοήθεια στη μετάφραση από τα τούρικια στα ελληνικά, κατάφερε να μιλήσει μαζί μας, πάντοτε σε φιλικό επίπεδο.  Μας προσκάλεσε στο σπίτι του να δούμε την αυλή του.  Αυτό το οποίο άκουσα τυχαία με έκανε να ανατριχιάσω και να συγκινηθώ με το σεβασμό κάποιων ανθρώπων που κάποιοι τους θεωρούν εχθρούς.  Με τις λίγες ελληνικές λέξεις που μπόρεσε να αρθρώσει, είπε στη γιαγιά «το σπίτι είναι δικό σου».  Ίσως να μην είναι σεβασμός, ίσως να είναι μια ένδειξη αλληλοκατανόησης, αφού και η δική του οικογένεια αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το χωριό της τότε.  Μας φωτογράφησε όλη την οικογένεια μπροστά από το σπίτι, τον χαιρετίσαμε και απομακρυνθήκαμε αυτή τη φορά με αργά βήματα.

Επόμενο προορισμός ήταν η παραλία της Σαλαμίνας, όπου θα είχαμε κοινό γεύμα με κάποιους Τουρκοκύπριους.  Μας υποδέχτηκαν εγκάρδια και κάθησαν μαζί μας.  Μας είπαν οι ίδιοι τη δική τους ιστορία για το πώς κατέληξαν στον Άγιο Σέργιο.  Φάγαμε, ήπιαμε, χορέψαμε ελληνικά και τουρκικά τραγούδια, πιασμένοι χέρι χέρι, σαν παλιοί συγχωριανοί, σαν καλοί φίλοι.  Και οι δύο κοινότητες προσπαθούσαν να μιλήσουν τη γλώσσα της άλλης.  Αυτή είναι μια πρώτη προσπάθεια προσέγγισης, ένδειξης καλής προαίρεσης, φιλίας, σεβασμού και εκτίμησης.

Όταν το γλέντι τελείωσε και κατεβήκαμε στην παραλία για καφέ, ένας από εμάς ρώτησε το νεαρό Τουρκοκύπριο από πού είναι.  Αυτός απάντησε «Από τον Άγιο Σέργιο» αγνοώντας τη νέα τουρκική ονομασία του χωριού.

Παίρνω ως παράδειγμα αυτά που έζησα και άκουσα στο χωριό, για να δώσω στον κόσμο να καταλάβει ότι δεν υπάρχει έχθρα και μίσος μεταξύ των ανθρώπων.  Το μίσος το δημιουργεί το ίδιο το κράτος, οι εξουσίες και όσοι επωφελούντια από αυτήν, τα ΜΜΕ, η ιστορία που διαστρεβλώνεται σε κάθε περίπτωση για να εξυπηρετήσει συμφέροντα.  Είδα τη θέληση και το πείσμα για μια λύση που θα ενώσει τους ανθρώπους.  Η γλώσσα και η θρησκεία δεν είναι εμπόδιο στην ειρήνη.  Εμπόδιο είναι οι στερεότυπες αντιλήψεις.  Έχουν περάσει 43 χρόνια.  Αυτοί που έζησαν τα γεγονότα σιγά σιγά φεύγουν.  Οι νέες γενιές βλέπουν διαφορετικά το πρόβλημα που αντιμετωπίζει το νησί, πρέπει να το βλέπουν διαφορετικά.  Οι νέες γενιές στοχεύουν στην εξαλειψη της εχθρότητας και της προκατάληψης για τον «άλλο». 

Ζούμε όλοι στην ίδια χώρα, πατούμε στο ίδιο χώμα, αναπνέουμε τον ίδιο αέρα.  Θέλω να ζήσουμε ελεύθεροι, ειρηνικά χωρίς το φόβο ενός νέου πολέμου.  Θέλω να μπορώ να πάω ελεύθερα να κολυμπήσω στα γαλάζια νερά της Σαλαμίνας, να απολαύσω το φρέσκο ψάρι της Κερύνειας, να προσευχηθώ στον Απόστολο Αντρέα. 

Λύση υπάρχει, πάντα υπήρχε.  Βρείτε την, αξιοποιήστε την.  Δώστε τη χαρά στους γέρους πρόσφυγες ότι το χωριό τους είναι και πάλι ελεύθερο.  Κάποιοι πέθαναν με αυτό το καημό.  Αποδώστε ένα φόρο τιμής σε αυτούς τους ανθρώπους που πλήρωσαν με το αίμα τους και τον ξεριζωμό τους τις δικές σας αδιαλλαξίες, τη δική σας αυτάρκεια, το δικό σας εγωισμό.  Δεν απευθήνομαι μόνο στην Κυπριακή κυβέρνηση, αλλά σε όλους όσους δημιούγησαν το πρόβλημα και το επιδεινώνουν.